Οι ζωές των πολλών εξελίσσονται στο προσκήνιο...σενάρια, ρόλοι, ίντριγκες και αντιπαραθέσεις δίνουν και παίρνουν, με απότερο σκοπό την ηθική δικαίωση του ηθοποιού (έρχεται άραγε ποτέ;). Οι κουίντες γεμάτες επίδοξους θεατρίνους που διψούν για καταξίωση.
Είναι όμως και οι άλλοι, που η μοίρα όρισε να κάθονται στη πλατεία του μικρού αυτού θεάτρου, το φιλοθεάμον κοινό, οι εραστές της ζωής. Αυτοί παρατηρούν, βιώνουν τα συναισθήματα, ο καθένας με τον δικό του μοναδικό τρόπο, χωρίς να έχουν το άγχος του πρωταγωνιστή και τα καταγράφουν στο χαρτί, στο καναβάτσο, στο πεντάγραμμο ή στο μυαλό τους. Είναι αυτοί που δίνουν νόημα σε τούτη τη παράσταση με το χειροκρότημα ή την αποδοκιμασία τους και φεύγοντας έχουν αφήσει το στίγμα τους, ζώντας στα γεμάτα την ιδιόμορφη αυτή ασκητική του θεατρόφιλου που παραμένει στο σκοτάδι της πλατείας.
Είμαι κι εγώ που, νεογέννητος ακόμα, φωνάζω στο προθάλαμο μήπως βρέθει κάποιος να μου δείξει που να πάω...
Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010
Σάββατο 6 Μαρτίου 2010
Η ουσιώδης διαφορά των φύλων...
Στο γνωστό τηλεπαιχνίδι της ζούγκλας "ραντεβού στα τυφλά" ο Ταρζάν κάθεται απέναντι από τρεις αιθέριες υπάρξεις και καλείται να διαλέξει. Ο ρωμαλέος ήρωας έχει πληροφορηθεί στα κρυφά από τον σκηνοθέτη, λίγο πριν αρχίσει η αναμετάδοση, ότι μια απ΄τις τρεις είναι όντως τσιμπημένη μαζί του, χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες. Η Τζέην εκείνη την ημέρα έχει ντυθεί στη πένα και προσπαθεί να τα δώσει όλα προκειμένου να την επιλέξει ο αγαπημένος της. Κατά τη διάρκεια της εκπομπής το παιχνίδι διακόπτεται, καθότι η Τζέην από την αγωνία ζητά να κάνει την ανάγκη της. Την ώρα της κρίσης, και ενώ ο Ταρζάν διαισθάνεται την αποτυχία του, διαλέγει για το ταξίδι τη διπλανή της Τζέην, σκεπτόμενος ότι οι γυναίκες δε πάνε ποτέ τουαλέτα. Η Τζέην απογοητεύεται προς στιγμήν, αλλά το βάζει πείσμα και μετά από τρία τηλεπαιχνίδια, ούσα στη θέση πλέον του Ταρζάν, μεταξύ των τριών φερέλπιδων νεαρών και χωρίς τη βοήθεια του κοινού, επιλέγει αλάθητα και με χαρακτηριστική ευκολία τον άνδρα που τη γουστάρει . Το φιλοθεάμον κοινό τη δικαιώνει με ζητωκραυγές. Το μέλλον των ζευγαριών είναι αντικείμενο άλλης ιστορίας. Τελικό αποτέλεσμα: Ταρζάν - Τζέην 0-1...
Το αντίτιμο της μισαλλοδοξίας
Γεννήθηκε ερμαφρόδιτος ως είθισται...
Η μάνα του την ώρα που τον βύζαινε του τραγουδούσε ψιθυριστά: "παιδί μου εσύ ΕΙΣΑΙ...".
Μπήκε γρήγορα, μέσα σε κλίμα πλανεύτρας θαλπωρής, στον ντορό όσων "ΕΙΝΑΙ" και ξέχασε τον άλλο του λοβό. Περιεργαζόταν περιπαιχτικά όποιον "ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ" και του εξηγούσε εμπαθώς πως έχουν τα πράγματα.
Μια μέρα είδε στη πλατεία το θυμωμένο ασκέρι να δείχνει κάποιον που "ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ" και να φωνάζει: "Άρον άρον σταύρωσον αυτόν". Αργότερα την ίδια μέρα, συνάντησε τον αδερφό του στο σπίτι, που με δάκρυα στα μάτια, του πέταξε τριάντα αργύρια και έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση. Ο ναρκωμένος του λοβός, σε μια αναλαμπή, πρόβαλλε εικόνες απ' τη ζωή που δεν αντιλήφθηκε ποτέ.
Τα χρόνια που του απέμειναν τα πέρασε σιωπηλός, θητεύοντας στο κρυφό σχολειό του "ΠΕΡΙΠΟΥ"...
Η μάνα του την ώρα που τον βύζαινε του τραγουδούσε ψιθυριστά: "παιδί μου εσύ ΕΙΣΑΙ...".
Μπήκε γρήγορα, μέσα σε κλίμα πλανεύτρας θαλπωρής, στον ντορό όσων "ΕΙΝΑΙ" και ξέχασε τον άλλο του λοβό. Περιεργαζόταν περιπαιχτικά όποιον "ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ" και του εξηγούσε εμπαθώς πως έχουν τα πράγματα.
Μια μέρα είδε στη πλατεία το θυμωμένο ασκέρι να δείχνει κάποιον που "ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ" και να φωνάζει: "Άρον άρον σταύρωσον αυτόν". Αργότερα την ίδια μέρα, συνάντησε τον αδερφό του στο σπίτι, που με δάκρυα στα μάτια, του πέταξε τριάντα αργύρια και έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση. Ο ναρκωμένος του λοβός, σε μια αναλαμπή, πρόβαλλε εικόνες απ' τη ζωή που δεν αντιλήφθηκε ποτέ.
Τα χρόνια που του απέμειναν τα πέρασε σιωπηλός, θητεύοντας στο κρυφό σχολειό του "ΠΕΡΙΠΟΥ"...
Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010
Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι...
...κάτι άλλο απ' αυτό που ήταν στον προηγούμενο...
Όλα έχουν επόμενους τόνους...η ώρες, η καρδιά, οι εποχές...όλα!
Και ιδού η προσδοκία, που θεριεύει στη μήτρα κάποιας ωραιοπαθούς ματαιόδοξης μικρής και μετά μιαίνει το κόσμο μαζί με τα λοιπά υποπροϊόντα ατυχούς αποβολής.
Οδηγέ σταμάτα! Σ΄αυτόν το τόνο κατεβαίνω...
Όλα έχουν επόμενους τόνους...η ώρες, η καρδιά, οι εποχές...όλα!
Και ιδού η προσδοκία, που θεριεύει στη μήτρα κάποιας ωραιοπαθούς ματαιόδοξης μικρής και μετά μιαίνει το κόσμο μαζί με τα λοιπά υποπροϊόντα ατυχούς αποβολής.
Οδηγέ σταμάτα! Σ΄αυτόν το τόνο κατεβαίνω...
Η μαγική συνταγή της τούρτας - μπισκότο
Ο Γιώργος, δυο μέρες μετά από το πρωινό εκείνο που η Ηλέκτρα του ανακοίνωσε με σοβαρό ύφος ενήλικα ότι η σχέση τους δε μπορούσε να συνεχιστεί άλλο, σηκώθηκε απ' το κρεβάτι του με το κεφάλι βαρύ από τα βασανιστικά όνειρα της απουσίας. Αισθανόταν μια περίεργη πίεση στο στήθος, την οποία και απέδωσε στον παλαιστή σούμο που το βράδυ είχε κατσικωθεί ξάπλα επάνω του και δεν τον άφηνε να πάρει αέρα, μέχρι που ξύπνησε με κραυγές.
Κάθισε σε μια καρέκλα αποκαμωμένος, άναψε ένα τσιγάρο και το απόλαυσε κοιτάζοντας το υπερπέραν, χωρίς να σκέφτεται κάτι συγκεκριμένο Είχε ακούσει κάποτε από έναν κολλητό του για ένα καλό μαγαζί με γλυκά στην άλλη πλευρά της πόλης και καθότι φετιχιστής ήθελε πάντα να συνοδεύει τη πρόταση ανακωχής του με κατιτίς απτό. Σηκώθηκε, έβαλε με αργές κινήσεις το αγαπημένο της μακό και τράβηξε κατά ΄κει.
Η βαριά διπλοαμπαρωμένη πόρτα του καταστήματος με την λεζάντα από κίτρινο νέον "ζαχαροπλαστείο των θαυμάτων" άνοιξε διάπλατα στο άκουσμα των μαγικών λέξεων, κάτι σαν...
Βοήθησε την ζάχαρη
και σοκολάτα μαύρη
το δρόμο πίσω να διαβεί
και τη καρδιά μου να ΄βρει...
Η κυρούλα που καθόταν πίσω απ΄τον πάγκο με τα πολύχρωμα χειροτεχνήματα χαμογέλασε. Ήταν σαν να τον περίμενε και όταν είδε το απελπισμένο του βλέμμα, έγνεψε συγκαταβατικά Ο Γιώργος πήγε να πει κάτι, αλλά αυτή ήδη είχε χαθεί στο πίσω μέρος του μαγαζιού, μέσα στο παρασκευαστήριο
Σε λίγο βγήκε με μια λαχταριστή τούρτα - μπισκότο. "Πάρ΄τη γιε μου", του είπε "δωσ΄τη εκεί που ποθείς και μη πεις κουβέντα". Βγήκε από το ζαχαροπλαστείο με μια ζεστή αύρα να τον περιβάλλει και τράβηξε κατά το σπίτι της Ηλέκτρας.
Σε λίγο στεκόταν χαμογελαστός μπροστά της, προτείνοντας το γλύκισμα. Η Ηλέκτρα έβαλε τη τούρτα στο ψυγείο και κάθισαν στο σαλονάκι. Λόγια πολλά δεν ειπώθηκαν, ο καθένας κράτησε το μετερίζι του και στο τέλος χώρισαν με μια αγκαλιά - αντίο και με το Γιώργο να φεύγει δήθεν αξιοπρεπής και περήφανος μέσα σ' αυτό το περίεργο κλίμα εκεχειρίας του στυλ "δε φταίει κανείς", το άψογο άλλοθι για κάθε "πολιτισμένο χωρισμό".
Πέρασαν χρόνια από τότε, με τις πρώτες μέρες μετά το περιστατικό γεμάτες προσμονή (την έφαγε άραγε τη τούρτα;), ύστερα εκνευρισμό, ύστερα απογοήτευση και μετά τίποτα και δως του να σκέφτεται τη γιαγιά στο ζαχαροπλαστείο που του είχε πει ψέμματα.
Κάποιο απόγευμα του καλοκαιριού, που καθόταν στην πολυθρόνα του, τρίβοντας τα πονεμένα από αρθριτικά γόνατά του, χτύπησε το κουδούνι.
Σηκώθηκε αργά, στηρίχτηκε από τοίχο σε τοίχο και άνοιξε τη πόρτα. Τα υγρά της μάτια καθρέφτιζαν ακόμα την ομορφιά της πλάσης, το πρόσωπο καθαρό, απαλλαγμένο από πάθη, γαληνεμένο απ΄τη σοφία που άφησε ο χρόνος.
"Ξέρεις τη τούρτα - μπισκότο που μου έκανες δώρο νόμισα στην αρχή ότι την εξαφάνισα σε δυο βράδια...Στη πραγματικότητα πάντα ανακάλυπτα στο ψυγείο μου ένα καινούριο κομμάτι να απολαύσω, κάθε φορά που δραπέτευα από τους φαύλους κύκλους των προβλημάτων μου, όσες φορές ξεπέρασα τα εσκαμμένα, κάθε φορά που λησμονούσα να θαυμάσω την ευρωστία του κορμιού μου στο καθρέφτη, κάθε φορά που αμελούσα να χτενίσω τα μαλλιά μου, κάθε φορά που νόμιζα ότι καταλαβαίνω τον άλλο καλύτερα από μένα, κάθε φορά που ερωτευόμουν ερήμην...Και ήταν κάθε καινούρια φορά ακόμα πιο φρέσκια και νόστιμη και άφηνε τη γεύση να ζωγραφίζει στο μυαλό μου την εικόνα σου, άφθαρτη στο πέρασμα των χρόνων. Σε ευχαριστώ για τη συντροφιά!"
...την έπιασε από το χέρι και πήγαν μια βόλτα στο άπειρο...
Κάθισε σε μια καρέκλα αποκαμωμένος, άναψε ένα τσιγάρο και το απόλαυσε κοιτάζοντας το υπερπέραν, χωρίς να σκέφτεται κάτι συγκεκριμένο Είχε ακούσει κάποτε από έναν κολλητό του για ένα καλό μαγαζί με γλυκά στην άλλη πλευρά της πόλης και καθότι φετιχιστής ήθελε πάντα να συνοδεύει τη πρόταση ανακωχής του με κατιτίς απτό. Σηκώθηκε, έβαλε με αργές κινήσεις το αγαπημένο της μακό και τράβηξε κατά ΄κει.
Η βαριά διπλοαμπαρωμένη πόρτα του καταστήματος με την λεζάντα από κίτρινο νέον "ζαχαροπλαστείο των θαυμάτων" άνοιξε διάπλατα στο άκουσμα των μαγικών λέξεων, κάτι σαν...
Βοήθησε την ζάχαρη
και σοκολάτα μαύρη
το δρόμο πίσω να διαβεί
και τη καρδιά μου να ΄βρει...
Η κυρούλα που καθόταν πίσω απ΄τον πάγκο με τα πολύχρωμα χειροτεχνήματα χαμογέλασε. Ήταν σαν να τον περίμενε και όταν είδε το απελπισμένο του βλέμμα, έγνεψε συγκαταβατικά Ο Γιώργος πήγε να πει κάτι, αλλά αυτή ήδη είχε χαθεί στο πίσω μέρος του μαγαζιού, μέσα στο παρασκευαστήριο
Σε λίγο βγήκε με μια λαχταριστή τούρτα - μπισκότο. "Πάρ΄τη γιε μου", του είπε "δωσ΄τη εκεί που ποθείς και μη πεις κουβέντα". Βγήκε από το ζαχαροπλαστείο με μια ζεστή αύρα να τον περιβάλλει και τράβηξε κατά το σπίτι της Ηλέκτρας.
Σε λίγο στεκόταν χαμογελαστός μπροστά της, προτείνοντας το γλύκισμα. Η Ηλέκτρα έβαλε τη τούρτα στο ψυγείο και κάθισαν στο σαλονάκι. Λόγια πολλά δεν ειπώθηκαν, ο καθένας κράτησε το μετερίζι του και στο τέλος χώρισαν με μια αγκαλιά - αντίο και με το Γιώργο να φεύγει δήθεν αξιοπρεπής και περήφανος μέσα σ' αυτό το περίεργο κλίμα εκεχειρίας του στυλ "δε φταίει κανείς", το άψογο άλλοθι για κάθε "πολιτισμένο χωρισμό".
Πέρασαν χρόνια από τότε, με τις πρώτες μέρες μετά το περιστατικό γεμάτες προσμονή (την έφαγε άραγε τη τούρτα;), ύστερα εκνευρισμό, ύστερα απογοήτευση και μετά τίποτα και δως του να σκέφτεται τη γιαγιά στο ζαχαροπλαστείο που του είχε πει ψέμματα.
Κάποιο απόγευμα του καλοκαιριού, που καθόταν στην πολυθρόνα του, τρίβοντας τα πονεμένα από αρθριτικά γόνατά του, χτύπησε το κουδούνι.
Σηκώθηκε αργά, στηρίχτηκε από τοίχο σε τοίχο και άνοιξε τη πόρτα. Τα υγρά της μάτια καθρέφτιζαν ακόμα την ομορφιά της πλάσης, το πρόσωπο καθαρό, απαλλαγμένο από πάθη, γαληνεμένο απ΄τη σοφία που άφησε ο χρόνος.
"Ξέρεις τη τούρτα - μπισκότο που μου έκανες δώρο νόμισα στην αρχή ότι την εξαφάνισα σε δυο βράδια...Στη πραγματικότητα πάντα ανακάλυπτα στο ψυγείο μου ένα καινούριο κομμάτι να απολαύσω, κάθε φορά που δραπέτευα από τους φαύλους κύκλους των προβλημάτων μου, όσες φορές ξεπέρασα τα εσκαμμένα, κάθε φορά που λησμονούσα να θαυμάσω την ευρωστία του κορμιού μου στο καθρέφτη, κάθε φορά που αμελούσα να χτενίσω τα μαλλιά μου, κάθε φορά που νόμιζα ότι καταλαβαίνω τον άλλο καλύτερα από μένα, κάθε φορά που ερωτευόμουν ερήμην...Και ήταν κάθε καινούρια φορά ακόμα πιο φρέσκια και νόστιμη και άφηνε τη γεύση να ζωγραφίζει στο μυαλό μου την εικόνα σου, άφθαρτη στο πέρασμα των χρόνων. Σε ευχαριστώ για τη συντροφιά!"
...την έπιασε από το χέρι και πήγαν μια βόλτα στο άπειρο...
Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010
Η καταστροφική απολυτότητα της τρέλας
...ενώ ο θετός υιός του Κλαύδιου είχε πάρει ήδη τις αποφάσεις του, συνάντησε την προηγούμενη της αποφράδας εκείνης ημέρας έναν γραμματικό της αυλής που του είπε ότι ότι το δηνάριο έχει πάντα δύο όψεις. Ο μικρός αυτοκράτορας έδειξε στην αρχή να προβληματίζεται, αλλά το ίδιο βράδυ μίλησε με τη μητέρα του, η οποία έβαλε τα πράγματα ξανά στη θέση τους, λέγοντάς του ότι η φιλοσοφία είναι για τους γραμματικούς και η εξουσία για τους ηγεμόνες. Ο αυτοκράτωρ κοιμήθηκε ήσυχος, αγκαλιά με το παραλήρημα μεγαλείου του.
Την επόμενη η Ρώμη παραδόθηκε στις φλόγες...
Την επόμενη η Ρώμη παραδόθηκε στις φλόγες...
Η κοπέλα στο καροτσάκι και ο παππούς Αϊνστάιν
Πρωί κι εγώ να περιμένω το ραντεβού μου στο παρκάκι απέναντι απ' τον Ευαγγελισμό. Ένα ταξί σταματάει μπροστά μου, η πίσω πόρτα ανοίγει και προβάλλουν στην αρχή δυο βακτηρίες και ύστερα τα πόδια που ψάχνουν δειλά να βρουν πεζοδρόμιο.
Ο ταξιτζής ανοίγει το πορτ μπαγκαζ, βγάζει το διπλωμένο αναπηρικό καροτσάκι, μπαίνει βιαστικός ξανά στο αμάξι και γίνεται καπνός, αφήνοντας πίσω του τον έκπτωτο άγγελο, που στη ματιά του βλέπεις να καθρεφτίζεται ο κόσμος καθαρότερος, πιο όμορφος, μαζί με μια συγχώρεση για τον Δημιουργό του.
Προσπαθώ να τρέξω, να βοηθήσω αλλά τα πόδια μου έχουν καρφωθεί στο έδαφος. Δε ξέρω αν είναι το απαγορευτικό της βλέμμα ή η φωνή που λέει μέσα μου να αφήσω τα πράγματα να εξελιχθούν φυσικά στο δικό της χωροχρόνο.
Έτσι μένω απλά κομπάρσος να την παρακολουθώ, μια αργή χορογραφία με κινήσεις συντονισμένες και επιδέξιες: στήριξη του σώματος στη κολόνα του σηματοδότη, άνοιγμα της καρέκλας, στροφή με τα πόδια να μη πατούν στη γη, κάθισμα στο καροτσάκι, αποσυναρμολόγηση των βακτηριών, πορεία προς το ασανσέρ του μετρό, γύρισμα με πλάτη στο κουμπί, πάτημα του κουμπιού, γύρισμα με πρόσωπο προς την είσοδο του ασανσέρ... είσοδος. Η συνολική απόσταση των δέκα μέτρων διανύθηκε σε χρόνο που δύσκολα μπορούσα να αντιληφθώ.
Κι όλα αυτά με το ίδιο γαλήνιο, γεμάτο συγχώρεση βλέμμα.
Το βράδυ άκουγα στις ειδήσεις για την οικονομική κρίση, έβλεπα ανθρώπους να διαδηλώνουν για τα εργασιακά τους δικαιώματα και τη δυστυχισμένη μοντέλα να κλαίει υστερικά γιατί δε της έκατσε η φωτογράφιση.
Κι εκείνο το πρόσωπο πάντα καρφωμένο στο μυαλό μου να λέει: "Δε φταίτε εσείς που τη θεωρία της σχετικότητας την είδατε μόνο σαν μαθηματική εξίσωση, δε φταίτε εσείς που με τα υγιή σας μέλη παλεύετε αγωνιωδώς να δρασκελίσετε το μίζερο βίο σας σε νοσηρούς ρυθμούς fast forward"
Αργότερα στο κρεβάτι μου πάσχιζα να συμφιλιωθώ με τη συναισθηματική μου αναπηρία...
Ο ταξιτζής ανοίγει το πορτ μπαγκαζ, βγάζει το διπλωμένο αναπηρικό καροτσάκι, μπαίνει βιαστικός ξανά στο αμάξι και γίνεται καπνός, αφήνοντας πίσω του τον έκπτωτο άγγελο, που στη ματιά του βλέπεις να καθρεφτίζεται ο κόσμος καθαρότερος, πιο όμορφος, μαζί με μια συγχώρεση για τον Δημιουργό του.
Προσπαθώ να τρέξω, να βοηθήσω αλλά τα πόδια μου έχουν καρφωθεί στο έδαφος. Δε ξέρω αν είναι το απαγορευτικό της βλέμμα ή η φωνή που λέει μέσα μου να αφήσω τα πράγματα να εξελιχθούν φυσικά στο δικό της χωροχρόνο.
Έτσι μένω απλά κομπάρσος να την παρακολουθώ, μια αργή χορογραφία με κινήσεις συντονισμένες και επιδέξιες: στήριξη του σώματος στη κολόνα του σηματοδότη, άνοιγμα της καρέκλας, στροφή με τα πόδια να μη πατούν στη γη, κάθισμα στο καροτσάκι, αποσυναρμολόγηση των βακτηριών, πορεία προς το ασανσέρ του μετρό, γύρισμα με πλάτη στο κουμπί, πάτημα του κουμπιού, γύρισμα με πρόσωπο προς την είσοδο του ασανσέρ... είσοδος. Η συνολική απόσταση των δέκα μέτρων διανύθηκε σε χρόνο που δύσκολα μπορούσα να αντιληφθώ.
Κι όλα αυτά με το ίδιο γαλήνιο, γεμάτο συγχώρεση βλέμμα.
Το βράδυ άκουγα στις ειδήσεις για την οικονομική κρίση, έβλεπα ανθρώπους να διαδηλώνουν για τα εργασιακά τους δικαιώματα και τη δυστυχισμένη μοντέλα να κλαίει υστερικά γιατί δε της έκατσε η φωτογράφιση.
Κι εκείνο το πρόσωπο πάντα καρφωμένο στο μυαλό μου να λέει: "Δε φταίτε εσείς που τη θεωρία της σχετικότητας την είδατε μόνο σαν μαθηματική εξίσωση, δε φταίτε εσείς που με τα υγιή σας μέλη παλεύετε αγωνιωδώς να δρασκελίσετε το μίζερο βίο σας σε νοσηρούς ρυθμούς fast forward"
Αργότερα στο κρεβάτι μου πάσχιζα να συμφιλιωθώ με τη συναισθηματική μου αναπηρία...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)